Δήμος Ανδρίτσαινας - Κρεστένων
Small text Medium text Large text

αναζήτηση


αξιοθέατα Ελαχιστοποίηση

Η αρχαία πόλη Αλίφειρα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του Νομού Ηλείας, νοτίως της κοιλάδας του Αλφειού και νοτιοδυτικά της ομώνυμης σημερινής κοινότητας. Στην αρχαιότητα ανήκε στο Κυνουραίων ή Κυνουρίων τμήμα της Αρκαδίας, το οποίο βρισκόταν στα σύνορα με την Τριφυλία. Η πόλη της Αλίφειρας διαδραμάτισε σπουδαίο ιστορικό ρόλο ενώ αποτελεί μία σημαντική αρχαία ακρόπολη του σημερινού Νομού Ηλείας. Το όνομά της είναι μάλλον προελληνικό και σχετίζεται με τον Αλίφηρο, έναν από τους πενήντα γιους του Λυκάονος, που θεωρείται ως ο μυθικός ιδρυτής της. Η περίοδος ζωής της εκτείνεται από την ύστερη αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή εποχή όπως μαρτυρούν τα αρχιτεκτονικά της λείψανα, με ακμή κατά την κλασική και την ελληνιστική εποχή. Μνημονεύεται από τον Πολύβιο (VI.78) και τον Παυσανία (VIII.26.5-7).

Το οχυρωμένο τμήμα της αρχαίας πόλης (ακρόπολη) καταλαμβάνει την κορυφή μίας λοφοσειράς. Τα πιο σημαντικά μνημεία της αρχαίας Αλίφειρας που μνημονεύονται και από τον Παυσανία, είναι το ιερό της Αθηνάς και το ιερό του Ασκληπιού.

Οι ανασκαφές δεν έχουν δώσει έως σήμερα ενδείξεις προϊστορικής κατοίκησης. Τα αρχαιότερα κινητά ευρήματα ανάγονται στη γεωμετρική εποχή. Η πόλη της Αλίφειρας και το ιερό της Αθηνάς θα πρέπει να υπήρχαν ήδη από τον 6ο - 5ο αι. π.Χ. Κατά τον 4ο αι. π.Χ. κτίζεται το Ασκληπιείο στο δυτικό τμήμα της οχυρωμένης πόλης. Την ίδια περίοδο η πόλη θα πρέπει να προσχώρησε στο Κοινό των Αρκάδων μετά την ήττα των Λακεδαιμονίων στη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) και να συμμετείχε στο συνοικισμό της Μεγαλόπολης, οπότε ελαττώθηκε και ο πληθυσμός της.

Ο 3ος αι. π.Χ. αποτελεί περίοδο ακμής για την πόλη, όπως μαρτυρεί η κατασκευή πολυτελών τάφων. Έως το 244 π.Χ. η πόλη τελεί υπό τη διοίκηση της Μεγαλόπολης, ενώ μετά παραχωρείται στο κράτος της Ήλιδας μέχρι που πολιορκείται και καταλαμβάνεται από το Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο Ε΄ κατά τη διάρκεια του Συμμαχικού Πολέμου (219 π.Χ.). Το 207 π.Χ. προσαρτάται εκ νέου στη Μεγαλόπολη, ενώ από το 191 π.Χ. στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, οπότε και κόβει δικό της νόμισμα. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η πόλη ανήκει στη μεγάλη ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας.

Η θέση φαίνεται πως εγκαταλείπεται κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, ενώ αργότερα κτίζεται πάνω στον πρόναο του ναού της Αθηνάς μονόκλιτο ναΰδριο της Αγίας Ελένης. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κτίζεται στη βόρεια πλαγιά του λόφου σταυρεπίστεγος ναός του Αγίου Νικολάου. Παλιοί περιηγητές όπως οι Leake, Cramer, Ross, και Curtius είχαν ταυτίσει την τειχισμένη ακρόπολη με την αρχαία Αλίφειρα.

Η Αλίφειρα ήρθε στο φως μετά τις ανασκαφές του καθηγητή Ορλάνδου κατά τα έτη 1932 - 1933. Οι αρχαιολογικές έρευνες στη συγκεκριμένη θέση έχουν αποκαλύψει αξιόλογα αρχιτεκτονικά λείψανα και πλήθος κινητών ευρημάτων.

  

ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

Ναόσχημοι τάφοι

Η νεκρόπολη της αρχαίας Αλίφειρας εκτεινόταν στα ανατολικά και νότια της ακρόπολης. Οι μνημειώδεις τάφοι ήταν οικογενειακοί ή χρησίμευαν ως πολυάνδρια για νεκρούς πολέμου. Διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: με αετωματική επίστεψη και με επιτύμβιο ναΐσκο. Όλοι οι τάφοι (Α-Ζ) βρέθηκαν συλημένοι.

Το πιο χαρακτηριστικό και καλύτερα διατηρούμενο ταφικό μνημείο (Α) της πρώτης κατηγορίας είναι γνωστό ως "τάφος του Σεθέα" και βρίσκεται κοντά στο δημόσιο δρόμο που συνδέει τη σημερινή Αλίφειρα με την Ανδρίτσαινα. Στο εμπρόσθιο μέρος διαμορφώνεται υπαίθρια αυλή ή προθάλαμος με δύο τοίχους αντιστήριξης στα πλάγια. Το ναόσχημο μνημείο είναι λαξευμένο στο βράχο και έχει ελεύθερη μόνο την πρόσοψη, η οποία φέρει πέντε πεσσούς και τριγωνικό αέτωμα. Πίσω από τα τέσσερα ορθογώνια ανοίγματα που σχηματίζονται ανάμεσα στους πεσσούς, διαμορφώνονται ισάριθμες νεκρικές θήκες που μετά τον ενταφιασμό κλείνονταν στην πρόσοψη με λίθινες πλάκες. Στο εμφανέστερο σημείο του τάφου, στον μεσαίο από τους πέντε πεσσούς, υπάρχει επίγραμμα για τον νεκρό Σεθέα. Σε άλλα σημεία της πρόσοψης και κυρίως στο επιστύλιο είναι χαραγμένα τα ονόματα των υπολοίπων νεκρών, με ή χωρίς το τυπικό "χαίρε". Ανάμεσα στα ονόματα αυτά υπάρχουν και ορισμένα γυναικεία, στοιχείο που οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο τάφος ήταν οικογενειακός και χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο διάστημα. Μετά τους διαδοχικούς ενταφιασμούς το μνημείο καλυπτόταν με χώμα.

Παρόμοιας μορφής είναι ο "Τάφος Β" που ανασκάφηκε αρκετά νοτιότερα του πρώτου μνημείου. Στο εμφανέστερο σημείο του μνημείου, στους πεσσούς, είχαν χαραχθεί και εδώ τα ονόματα των νεκρών. Στην ίδια κατηγορία ανήκει ο "Τάφος Γ" που είναι μάλλον πρωιμότερος (τέλη 4ου ή αρχές 3ου αι. π.Χ.) και ο "Τάφος Δ".

Αρκετά διαφορετική μορφή παρουσιάζει ο "Τάφος Ε" που στην κάτοψη του έχει σχήμα ανοικτού ''πι'', σχηματίζει δηλαδή ορθογώνια εξέδρα. Στο άνω μέρος έφερε επιτύμβιο ναΐσκο με χαραγμένα τα ονόματα ενός ζευγαριού και χαμένη σήμερα γραπτή ή γλυπτή απεικόνισή τους στο βάθος. Το μνημείο αυτό με την εξέδρα και το ναΐσκο παρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες με τους τάφους του αττικού Κεραμεικού. Στην ίδια κατηγορία ανήκει ο "Τάφος Ζ".

Τα ναόσχημα ταφικά μνημεία της Αλίφειρας ήταν τα πρώτα που εντοπίστηκαν στην Πελοπόννησο, ενώ έως τότε ήταν γνωστά μόνο από τη Μακεδονία και τη Μικρά Ασία. Μπορεί να κατασκευάστηκαν υπό μακεδονική επίδραση, κατά την περίοδο της μακεδονικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο, στα τέλη του 4ου και στον 3ο αι. π.Χ.Ναός Αθηνάς
 

Ναός Αθηνάς
 

Ο ναός της Αθηνάς που μνημονεύεται από τον Παυσανία, αποτελεί το αρχαιότερο και σημαντικότερο μνημείο της αρχαίας Αλίφειρας. Τα λείψανά του κυριαρχούν στο άνδηρο του ιερού της θεάς, το οποίο βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της οχυρωμένης πόλης, αμέσως κάτω από την ακρόπολη, και είχε πρόσβαση από τα ανατολικά μέσω ενός κλιμακωτού αναλήμματος. Ο ναός είναι δωρικός περίπτερος και χρονολογείται στα 500-490 π.Χ. Έχει προσανατολισμό βορρά-νότο, αποκλίνει δηλαδή από τον τυπικό προσανατολισμό των αρχαίων ελληνικών ναών είτε λόγω του διαθέσιμου χώρου είτε μίας συνήθειας που απαντά και σε άλλα μέρη της αρχαίας Αρκαδίας.

Ο ναός της Αθηνάς παρουσιάζει αρκετά αρχαϊκά στοιχεία. Ο σηκός του μπορεί να είναι πρωϊμότερος και να κατασκευάστηκε αρκετά πριν το 500 π.Χ., υπόθεση που ενισχύεται και από την ανεύρεση αναθημάτων που χρονολογούνται από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Σώζεται στο ύψος των θεμελίων και οι τοίχοι του θα πρέπει να ήταν κατασκευασμένοι από ωμές πλίνθους, ενώ περιβαλλόταν μάλλον από ξύλινους κίονες. Από τη φάση αυτή σώζονται επίσης πήλινα κεραμίδια με ανάγλυφη διακόσμηση Γοργονείου. Στο βάθος του σηκού θα πρέπει να ήταν στημένο το λατρευτικό άγαλμα, το αρχαϊκό ξόανο της θεάς.

Γύρω στα 500-490 π.Χ. ο ναός μετατράπηκε σε δωρικό περίπτερο με 6 επί 15 κίονες. Το μήκος του πτερού τον κατατάσσει στους Εκατόμπεδους ναούς. Από τη φάση αυτή σώζεται η βάση της κιονοστοιχίας και τμήματα των κιόνων και της ανωδομής που είναι κατασκευασμένα από κογχυλιάτη λίθο. Τα μέλη της ανωδομής δεν φέρουν γραπτό ή ανάγλυφο διάκοσμο. Έχουν επίσης σωθεί μαρμάρινα κεραμίδια από νησιωτικό μάρμαρο που μεταφέρθηκε προφανώς από τα νησιά του Αιγαίου στην ορεινή Αρκαδία. Ο ναός πρέπει να καταστράφηκε από σεισμό, όπως δείχνουν οι κίονες του που βρέθηκαν πεσμένοι. Στη βυζαντινή εποχή κατασκευάστηκε πάνω από τον πρόναο εκκλησάκι της Αγίας Ελένης.

Σε απόσταση 19 μ. βορείως της πρόσοψης του ναού αποκαλύφθηκε το λίθινο ορθογώνιο θεμέλιο του βωμού που έχει μήκος 10.88 μ. και πλάτος 1.36 μ.

Στο ιερό της Αθηνάς θα πρέπει να ήταν στημένα αρκετά αναθήματα, όπως μαρτυρούν τα βάθρα που αποκαλύφθηκαν και που προορίζονταν για αγάλματα ή και επιγραφές. Το σημαντικότερο από αυτά, το χάλκινο κολοσσικό άγαλμα της Αθηνάς που μνημονεύεται από τον Πολύβιο και τον Παυσανία, θα ήταν στημένο σε βάθρο που αποκαλύφθηκε απέναντι από το βωμό και που σώζει τμήμα της αναθηματικής επιγραφής. Το άγαλμα αυτό που ξεχώριζε για το μέγεθος και την τέχνη του, ήταν έργο του Θηβαίου γλύπτη Υπατόδωρου και πρέπει να κατασκευάστηκε στα τέλη του 5ου αι. π.Χ.

Η λατρεία της Αθηνάς ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην αρχαία Αλίφειρα, καθώς υπήρχε η παράδοση πως η θεά γεννήθηκε και ανατράφηκε στη συγκεκριμένη πόλη. Ο ναός της αποτελεί σημαντικό μνημείο της ύστερης αρχαϊκής εποχής και παρουσιάζει ομοιότητες με το ναό της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα αλλά και με τον μεταγενέστερο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες, ο οποίος έχει αρκετά αρχαϊκά στοιχεία.

 

Ναός Ασκληπιού

Ο ναός του Ασκληπιού κυριαρχεί στο συγκρότημα του Ασκληπιείου, το οποίο μνημονεύεται από τον Παυσανία και έχει εντοπιστεί στο δυτικό τμήμα της τειχισμένης πόλης της αρχαίας Αλίφειρας. Το άνδηρο στο οποίο αναπτύσσεται το ιερό, βρίσκεται σε αρκετά χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση προς το ιερό της Αθηνάς και οριοθετείται από αναλημματικό τοίχο. Περιλαμβάνει επίσης βωμό και τετράγωνο περίστυλο κτίριο που μπορεί να ταυτιστεί με ξενώνα ή κατοικία των ιερέων. Ο ναός χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. και έχει προσανατολισμό ανατολή-δύση.

Ο ναός είναι ένα απλό ορθογώνιο κτίριο που θα έφερε στην πρόσοψή του δύο κίονες ανάμεσα σε παραστάδες. Οι κίονες αυτοί ήταν πιθανόν δωρικού ρυθμού, δεν έχουν ωστόσο σωθεί στοιχεία τους. Οι εξωτερικοί τοίχοι του ναού σώζονται σε ύψος 3-4 δόμων. Στο εσωτερικό του χωριζόταν ενδεχομένως σε δύο μέρη με εγκάρσιο τοίχο που έφερε θύρα: τον πρόναο στα ανατολικά και τον κυρίως ναό στα δυτικά. Οι τοίχοι θα πρέπει να ήταν καλυμμένοι εσωτερικά με ερυθρό επίχρισμα.

Στο βάθος του κυρίως ναού αποκαλύφθηκε κυβικό βάθρο που θα έφερε το λατρευτικό άγαλμα του θεού, το οποίο ήταν περίοπτο. Από ευρήματα γύρω από το βάθρο εικάζεται πως το άγαλμα είχε ξύλινο πυρήνα και ελεφαντοστέϊνα το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη του σώματος. Μπροστά από το βάθρο του αγάλματος αποκαλύφθηκαν κατά χώραν δύο όρθιες μαρμάρινες πλάκες που απολήγουν σε λεοντοπόδαρα και θα στήριζαν τράπεζα προσφορών ή αναίμακτων θυσιών.

Σε απόσταση 8,80 μ. προς τα ανατολικά του ναού αποκαλύφθηκε η ορθογώνια βάση του λίθινου βωμού (διαστάσεις 5,36 μ. επί 2,18 μ.), καθώς και τμήματα της ανωδομής του. Με βάση κατασκευαστικά στοιχεία και κυρίως την ανάγλυφη φυτική διακόσμηση του άνω μέρους του μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 4ου αι. π.Χ.

Στα ΝΑ. του βωμού και σε υψηλότερο επίπεδο από αυτόν αποκαλύφθηκε το κάτω μέρος τετράγωνου περίστυλου κτιρίου πλευράς 4 μ. περίπου. Αποτελείται από υπαίθρια εσωτερική αυλή που θα πλαισιωνόταν από οκτώ κίονες και θα συμπληρωνόταν από στοές με δωμάτια στις τέσσερις πλευρές. Μπορεί να χρησίμευε ως κατοικία των ιερέων του Ασκληπιού ή ως εγκοιμητήριο των ασθενών που προσέτρεχαν στο θεό για βοήθεια.

Τα αρχιτεκτονικά λείψανα του ιερού του Ασκληπιού που έχουν έρθει στο φως, μαρτυρούν ένα αρκετά σημαντικό λατρευτικό και ιαματικό κέντρο που κατασκευάστηκε στα τέλη της κλασικής εποχής, όταν η λατρεία του θεού με τις θεραπευτικές ιδιότητες άρχισε να αποκτά ιδιαίτερη διάδοση σε όλο τον ελληνικό κόσμο

Εκτύπωση  
 

 

updated by Mihanografiki

 

updated by Mihanografiki

Δήλωση Προστασίας Δεδομένων Powered by SingularLogic